σαραβαλιάζω

Ν [σαράβαλο]
1. (μτβ.) καθιστώ κάτι ή κάποιον σαράβαλο, εξαρθρώνω, ξεχαρβαλώνω κάτι ή αχρηστεύω κάποιον (α. «έτσι όπως κάθησε, σαραβάλιασε την καρέκλα» β. «μού έδωσε τόσο που μέ σαραβάλιασε»)
2. μέσ. σαραβαλιάζομαι
(για πράγμ.) υφίσταμαι μεγάλες ζημιές, γίνομαι σαράβαλο εξαιτίας τής μεγάλης χρήσης ή τής πολυκαιρίας, φθείρομαι, ξεχαρβαλώνομαι
β) μτφ. (για πρόσ.) γίνομαι άχρηστος από τα γεράματα ή από αρρώστια.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαραβαλιάζω — σαραβαλιάζω, σαραβάλιασα βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • σαραβαλιάζω — σαραβάλιασα, σαραβαλιάστηκα, σαραβαλιασμένος 1. μτβ., κάνω κάτι σαράβαλο, διαλύω, ξεχαρβαλώνω: Το σαραβάλιασε κιόλας το αυτοκίνητο. 2. αμτβ., γίνομαι σαράβαλο: Αυτοκίνητο σαραβαλιασμένο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σαραβάλιασμα — το, Ν [σαραβαλιάζω] 1. το να γίνεται κάτι σαράβαλο 2. η κατάσταση τού σαραβαλιασμένου …   Dictionary of Greek

  • σαψαλίζω — σαψάλισα, γίνομαι σάψαλο, σαραβαλιάζω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.